ΜΠΑΧΑΟΛΛΑ
Η είσοδος στο Μαυσωλείο του Μπαχάολλα κοντά στην Άκκα, Ισραήλ. High Resolution Image >

Μπαχάολλα

Οι Γραφές του Μπαχάολλα προσφέρουν απαντήσεις στις αιώνιες θεολογικές και φιλοσοφικές ερωτήσεις που από την αρχαιότητα έχουν βασανίσει την ανθρωπότητα όπως: "Ποιος είναι ο Θεός;" "Τι είναι καλοσύνη;" και "Γιατί είμαστε εδώ;". Επίσης αναφέρεται σε σημερινά ερωτήματα που θέτονται από σύγχρονους στοχαστές, πραγματεύοντας τα βασικά κίνητρα της ανθρώπινης φύσης, απαντώντας αν η ειρήνη είναι πραγματικά εφικτή και εξηγώντας πώς προνοεί ο Θεός για την ασφάλεια και την ευημερία της ανθρωπότητας.

Σ

ΤΑ ΜΕΣΑ του 19ου αιώνα, ένα από τα πιο περιβόητα μπουντρούμια στη Μέση Ανατολή ήταν ο «Μαύρος Λάκκος» στην Τεχεράνη. Κάποτε υπήρξε η υπόγεια δεξαμενή ενός δημόσιου λουτρού και είχε ως μόνη του έξοδο ένα απότομο πέρασμα από μια πέτρινη σκάλα τριών ορόφων. Οι φυλακισμένοι ήταν κουλουριασμένοι πάνω στις βρωμιές, εξασθενημένοι στο μαύρο σκοτάδι, στο υπόγειο κρύο και στη γεμάτη δυσωδία ατμόσφαιρα.

Μέσα σ’ αυτό το θλιβερό περιβάλλον εκτυλίχθηκε για μια ακόμη φορά το πιο σπάνιο και πιο πολύτιμο θρησκευτικό συμβάν: θνητός άνδρας, εξωτερικά άνθρωπος από κάθε άποψη, κλήθηκε από τον Θεό να φέρει στην ανθρωπότητα μια νέα θρησκευτική αποκάλυψη.

Ήταν το έτος 1852 και ο άνδρας ήταν ένας Πέρσης ευγενής, γνωστός σήμερα ως Μπαχάολλα. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής Του, καθώς καθόταν με τα πόδια σε μία πεδούκλα και μια αλυσίδα πενήντα κιλών γύρω από το λαιμό του, ο Μπαχάολλα έλαβε το όραμα της θέλησης του Θεού για την ανθρωπότητα.

Το συμβάν συγκρίνεται με εκείνες τις μεγάλες στιγμές του παρελθόντος, όπου ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό Του στους προηγούμενους Απεσταλμένους: όπως όταν ο Μωυσής στάθηκε μπροστά στη φλεγόμενη Βάτο• όταν ο Βούδας έλαβε φώτιση κάτω από το Δέντρο Μπόντι• όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε, ως περιστέρι, πάνω στον Ιησού• ή όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ εμφανίστηκε στον Μωάμεθ.

Η εμπειρία του Μπαχάολλα μέσα στο μαύρο Λάκκο έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία θρησκευτικής αποκάλυψης η οποία, για τα επόμενα 40 χρόνια, οδήγησε στην παραγωγή χιλιάδων βιβλίων, πινακίδων και επιστολών – τα οποία σήμερα αποτελούν τον πυρήνα των ιερών γραφών της Μπαχάι Πίστης. Σ’ αυτές τις γραφές, περιγράφει ένα πλαίσιο εργασίας για την ανοικοδόμηση της ανθρώπινης κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα: πνευματικό, ηθικό, οικονομικό, πολιτικό και φιλοσοφικό.

Στο παρελθόν, οι Αγγελιοφόροι του Θεού ως επί το πλείστον παρουσίαζαν τα μηνύματά Τους στην ανθρωπότητα ομιλώντας ή κηρύττοντας. Αυτός ο φραστικός «χείμαρρος» έχει καταγραφεί από άλλους, μερικές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής των Αγγελιοφόρων, μερικές φορές αργότερα από μνήμης από τους οπαδούς Του. Όμως, ο Ιδρυτής της Μπαχάι Πίστης πήρε πέννα και χαρτί και κατέγραφε για την ανθρωπότητα την αποκάλυψη που Αυτός έλαβε ή υπαγόρευε το μήνυμά Του σε πιστούς που Τον υπηρετούσαν ως γραμματείς.

Ο Μπαχάολλα δεν ασχολήθηκε μόνο με εκείνες τις αιώνιες θεολογικές και φιλοσοφικές ερωτήσεις που από την αρχαιότητα είχαν βασανίσει την ανθρωπότητα - όπως «Ποίος είναι ο Θεός;» «Τι είναι καλοσύνη;» και «Γιατί είμαστε εδώ;» - αλλά επίσης και με ερωτήσεις που απασχολούσαν του σύγχρονους στοχαστές: Τι παρακινεί την ανθρώπινη φύση; Είναι η ειρήνη πραγματικά εφικτή; Ο Θεός ενδιαφέρεται ακόμη για την ανθρωπότητα;

Η παγκόσμια κοινότητα του Μπαχάολλα παίρνει από τα λόγια Του την έμπνευσή της, ανακαλύπτει την ηθική της κατεύθυνση και αποκομίζει δημιουργική ενέργεια.

Ο Μπαχάολλα, του οποίου το όνομα στα Αραβικά σημαίνει «η Δόξα του Θεού», γεννήθηκε στην Τεχεράνη στις 12 Νοεμβρίου του 1817. Ήταν γιος του Μίρζα Μποζόργκ Νούρι, ενός εύπορου υπουργού της κυβέρνησης. Το μικρό Του όνομα ήταν Χοσεΐν Αλί και το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειάς Του είχε τις ρίζες του στις μεγάλες δυναστείες του αυτοκρατορικού παρελθόντος του Ιράν. Ο Μπαχάολλα έζησε μια πριγκιπική ζωή όταν ήταν νέος, λαμβάνοντας μια εκπαίδευση που εστιαζόταν ως επί το πλείστον στην ιππασία, στη ξιφομαχία, στην καλλιγραφία και στην κλασική ποίηση.

Τον Οκτώβριο του 1835, ο Μπαχάολλα παντρεύτηκε την Ασιγιέ Χανούμ, κόρη ενός άλλου ευγενούς. Έκαναν τρία παιδιά: τον Αμπντόλ-Μπαχά, που γεννήθηκε το 1844• μια κόρη, την Μπαχιέ, που γεννήθηκε το 1846• και ένα γιο, τον Μεχντί, που γεννήθηκε το 1848. Ο Μπαχάολλα παραμέρισε την υπουργική καριέρα που Του προσφέρθηκε στην κυβέρνηση και αντί αυτής διάλεξε να αφιερώσει τις ενέργειές Του σε μια σειρά φιλανθρωπιών, αποκτώντας στις αρχές του 1840 την ευρύτατη φήμη του «Πατέρα των Φτωχών». Αυτή η προνομιούχα κοινωνική κατάσταση γρήγορα χάθηκε μετά το 1844, όταν ο Μπαχάολλα έγινε ένας από τους επιφανέστερους υποστηρικτές της Μπαμπί θρησκείας.

Προάγγελος της Μπαχάι Πίστης, η Μπαμπί Πίστη σάρωσε το Ιράν σαν ένας ανεμοστρόβιλος και προκάλεσε έντονες διώξεις από το θρησκευτικό κατεστημένο. Μετά την εκτέλεση του Ιδρυτή του, του Μπαμπ, ο Μπαχάολλα συνελήφθηκε και οδηγήθηκε, αλυσοδεμένος και πεζός, στην Τεχεράνη. Μέλη της αυλής και κληρικοί με επιρροή, ζητούσαν τη θανατική Του καταδίκη. Εντούτοις η προσωπική Του φήμη και η κοινωνική θέση της οικογένειάς Του καθώς και οι διαμαρτυρίες Δυτικών πρεσβειών προστάτευσαν των Μπαχάολλα.

Γι’ αυτό, αντί της εκτέλεσης, ρίχτηκε στον περιβόητο «Μαύρο Λάκκο», το Σία Τσαλ στα Περσικά. Οι αρχές ήλπιζαν ότι αυτό θα οδηγούσε στο θάνατό Του. Αντίθετα, το μπουντρούμι έγινε ο τόπος γέννησης μιας νέας αποκάλυψης.

Ο Μπαχάολλα πέρασε τέσσερις μήνες στο Μαύρο Λάκκο κατά τη διάρκεια των οποίων αντιλήφθηκε το πλήρες μέγεθος της αποστολής Του. «Δεν ήμουν παρά ένας άνθρωπος σαν τους άλλους, κοιμισμένος πάνω στην κλίνη Μου, όταν ιδού, οι αύρες του Πανένδοξου έπνευσαν πάνω Μου και Μου δίδαξαν τη γνώση όλων όσων υπήρχαν», έγραψε Εκείνος αργότερα. «Αυτό το πράγμα δεν προέρχεται από Μένα, αλλά από Έναν ο Οποίος είναι Πανίσχυρος και Παντογνώστης. Και Αυτός Με πρόσταξε να υψώσω τη φωνή Μου μεταξύ της γης και του ουρανού…»

Εξορία

Αμέσως μετά την απελευθέρωσή Του, ο Μπαχάολλα εξορίστηκε από την γενέθλια χώρα Του – η αρχή 40 χρόνων εξορίας, φυλάκισης και διώξεων. Στην αρχή στάλθηκε στη γειτονική Βαγδάτη, όπου έφθασε τον Απρίλιο του 1853. Δώδεκα μήνες αργότερα, έφυγε για τα άγρια όρη του Κουρδιστάν όπου έζησε εντελώς μόνος για δύο χρόνια, αναλογιζόμενος τις συνέπειες της αποστολής στην οποία κλήθηκε. Η ανάπαυλα στο Κουρδιστάν θυμίζει τις περιόδους απομόνωσης των Ιδρυτών των άλλων παγκόσμιων μεγάλων Θρησκειών, όπως την περιπλάνηση του Βούδα, τις σαράντα μέρες και νύχτες που ο Χριστός πέρασε στην έρημο και την απόσυρση του Μωάμεθ στη σπηλιά του όρους Χίρα.

Χάρτης που δείχνει την πορεία των εξοριών που υπέστη ο Μπαχάολλα. High Resolution Image >

Το 1856, μετά από παρακλήσεις των εξόριστων Μπαμπί, ο Μπαχάολλα επέστρεψε στη Βαγδάτη. Υπό την ανανεωμένη Του ηγεσία, το ανάστημα της Μπαμπί κοινότητας μεγάλωσε και η φήμη του Μπαχάολλα ως πνευματικού ηγέτη διαδόθηκε σε όλη την πόλη. Φοβούμενη ότι η ανακήρυξη του Μπαχάολλα ως ηγέτη θα ξανάναβε τον ενθουσιασμό του λαού για το κίνημα στην Περσία, η κυβέρνηση του Σάχη πίεσε επιτυχώς τις Οθωμανικές αρχές να Τον εξορίσουν ακόμη πιο μακριά.

Τον Απρίλιο του 1863, πριν φύγει από τη Βαγδάτη, ο Μπαχάολλα και οι σύντροφοί Του κατασκήνωσαν μέσα σε έναν κήπο στις όχθες του ποταμού Τίγρη. Από την 21η Απριλίου έως την 2α Μαΐου ο Μπαχάολλα ανακοίνωσε σε εκείνους που ήταν στην συντροφιά Του, ότι Αυτός ήταν ο Αναμενόμενος που προαναγγέλθηκε από τον Μπαμπ- που προαναγγέλθηκε πράγματι στις ιερές γραφές όλου του κόσμου.

Ο κήπος έγινε γνωστός στους Μπαχάι σαν ο Κήπος του Ρεζβάν, που θα πει «παράδεισος» στα Αραβικά. Η επέτειος των δώδεκα ημερών που πέρασε ο Μπαχάολλα εκεί, γιορτάζεται σαν η πιο χαρούμενη Μπαχάι γιορτή, γνωστή σαν η Γιορτή του Ρεζβάν.

Την 3η Μαΐου του 1863, ο Μπαχάολλα ξεκίνησε έφιππος απο τη Βαγδάτη με κατεύθυνση προς την Κωνσταντινούπολη, την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, συνοδευόμενος από την οικογένειά Του και συντρόφους που είχε επιλέξει. Είχε γίνει εξαιρετικά δημοφιλής και αξιαγάπητος. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν την αναχώρηση με συγκινητικά λόγια, τονίζοντας τα δάκρυα πολλών λογίων, κυβερνητικών αξιωματούχων και θεατών, και την τιμή που Του έδειξαν οι αρχές.

Αυτό το σπίτι υπήρξε η κατοικία του Μπαχάολλα στην Αδριανούπολη (Τουρκία) λίγο πριν εξοριστεί για τελευταία φορά στην πόλη-φυλακή της Άκκα. Το σπίτι έχει αναπαλαιωθεί πλήρως και θεωρείται ιερός τόπος για τους Μπαχάι. High Resolution Image >

Μετά από τέσσερις μήνες στην Κωνσταντινούπολη, ο Μπαχάολλα στάλθηκε στην Αδριανούπολη της Τουρκίας, φτάνοντας εκεί στις 12 Δεκεμβρίου του 1863. Κατά τη διάρκεια των πέντε χρόνων που πέρασε εκεί η φήμη του συνέχισε να μεγαλώνει, ελκύοντας το έντονο ενδιαφέρον των λογίων, των κυβερνητικών αξιωματούχων και των διπλωματών.

Αρχίζοντας το Σεπτέμβριο του 1867, ο Μπαχάολλα έγραψε μια σειρά επιστολών προς τους ηγέτες του κόσμου της εποχής Του, μεταξύ των οποίων ήταν ο Αυτοκράτορας Ναπολέων ο Γ’, η Βασίλισσα Βικτόρια, ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο Α’, ο Τσάρος Αλέξανδρος ο Α’, ο Αυτοκράτορας Φρανς Τζόζεφ, ο Πάπας Πίος ο Θ’, ο Σουλτάνος Αμπντόλ-Αζίζ, και ο Πέρσης ηγεμόνας Νασερεντίν Σάχ.

Σ’ αυτές τις επιστολές, ο Μπαχάολλα διακήρυξε ανοιχτά τη στάθμη Του. Μίλησε για την αυγή μιας νέας εποχής. Αλλά πρώτα τους προειδοποίησε ότι θα υπήρχαν καταστροφικές αναταραχές στην παγκόσμια πολιτική και στην κοινωνική τάξη. Για να γίνει η μετάβαση της ανθρωπότητας ομαλά, παρότρυνε τους ηγέτες του κόσμου να επιδιώξουν τη δικαιοσύνη. Έδωσε εντολή για γενικό αφοπλισμό και παρακίνησε τους ηγέτες να συνενωθούν σε κάποιο είδος κοινοπολιτείας των εθνών. Μόνο αν ενεργούσαν συλλογικά ενάντια στον πόλεμο, είπε, θα μπορούσε να ιδρυθεί μια διαρκής ειρήνη.

Συνεχείς ταραχές από τους εχθρούς ανάγκασαν την Τουρκική κυβέρνηση να στείλει τους εξόριστους στην Άκκα, μια πόλη – φυλακή της Οθωμανικής Παλαιστίνης. Η Άκκα ήταν η άκρη του κόσμου, ο τελικός προορισμός για τους χειρότερους δολοφόνους, ληστών εθνικών οδών και πολιτικούς διαφωνούντες. Μια πόλη προστατευμένη με τείχος, βρώμικους δρόμους, υγρασία και εγκαταλελειμμένα σπίτια, η Άκκα δεν είχε τρεχούμενο νερό και ο αέρας περιγραφόταν ότι ήταν τόσο βρομερός που ακόμα και τα πουλιά που πετούσαν εκεί έπεφταν νεκρά από τον ουρανό.

Όταν Εκείνος και η οικογένειά Του έφτασαν στην Άκκα κρατήθηκαν σε αυτή την φυλακή στην άκρη της Μεσογείου. High Resolution Image >

Εσωτερική όψη του κελιού της φυλακής όπου κρατήθηκε στην αρχή ο Μπαχάολλα στην Άκκα. High Resolution Image >

Σ΄ αυτό το περιβάλλον ο Μπαχάολλα και η οικογένειά Του έφτασαν την 31η Αυγούστου του 1868, το τελικό στάδιο τις μακροχρόνιας εξορίας Του. Θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής Του, 24 ακόμη έτη, στην Άκκα και τα περίχωρά της. Στην αρχή ήταν κρατούμενος σε μια φυλακή στο στρατόπεδο και αργότερα, ο Μπαχάολλα και οι σύντροφοί Του, μετακόμισαν σε ένα στενάχωρο σπίτι μέσα στα τείχη της πόλης. Οι εξορισμένοι, που ευρέως απεικονίζονταν ως επικίνδυνοι αιρετικοί, αντιμετώπιζαν την εχθρότητα των κατοίκων της πόλης. Ακόμη και τα παιδιά, όταν έβγαιναν έξω, καταδιώκονταν με λιθοβολισμό. Όμως, καθώς περνούσε ο καιρός, το πνεύμα των διδασκαλιών του Μπαχάολλα διαπέρασε το φανατισμό και την αδιαφορία. Ακόμη και μερικοί κυβερνήτες της πόλης και κληρικοί, μετά από εξέταση των Γραφών, έγιναν αφοσιωμένοι θαυμαστές της Πίστης Του. Όπως στην Βαγδάτη και την Αδριανούπολη, η στάση του Μπαχάολλα βαθμιαία κέρδισε το θαυμασμό και το σεβασμό όλης της κοινωνίας.

Ήταν στην Άκκα που γραφτήκανε τα πιο σημαντικά έργα του Μπαχάολλα. Γνωστό κοινώς ανάμεσα στους Μπαχάι με το Περσικό του όνομα, το Κετάμπε-Αγκντάς (το «Πιο Ιερό Βιβλίο») περιγράφει τους βασικούς νόμους και αρχές που πρέπει να τηρούν οι οπαδοί Του και θέτει τα θεμέλια της Μπαχάι διαχείρισης. [βλ. Διαχείρηση].

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1870, Του δόθηκε η ελευθερία να κινείται εκτός των τειχών της πόλεως και οι οπαδοί Του μπορούσαν να Τον συναντήσουν με σχετική ηρεμία και ελευθερία. Κατοικούσε σε ένα αρχοντικό που είχε μείνει άδειο μετά από μια επιδημία και μπορούσε περαιτέρω να αφιερώσει τον Εαυτό Του στο γράψιμο.

Η πιο ιερή τοποθεσία στον Μπαχάι κόσμο: Μπαχτζί, ο χώρος ενταφιασμού των λειψάνων του Μπαχάολλα. Περικυκλωμένο από κήπους, την έπαυλή Μπαχτζί, την επισκέπτονται χιλιάδες προσκυνητές και το κοινό κάθε χρόνο. Η προσοχή τους επικεντρώνεται σε ένα μικρό σπίτι που βρίσκεται στα δεξιά του κεντρικού κτιρίου της έπαυλης, όπου είναι ενταφιασμένα τα λείψανα του Μπαχάολλα. Φωτ. Albatross Photography Limited High Resolution Image >

Ο Μπαχάολλα αποδήμησε την 29η Μαΐου του 1892. Το σώμα Του ενταφιάσθηκε σε ένα μικρό σπίτι δίπλα από το αρχοντικό, που είναι γνωστό σαν Μπαχτζί. Για τους Μπαχάι αυτό το μέρος είναι το πιο ιερό σημείο πάνω στη γη.